Δευτέρα, 27 Δεκεμβρίου 2010

Όταν ο χαβαλές βάζει εισιτήριο

Τα παιδία έκαναν χαβαλέ μωρέ. Έκαναν πλάκα. Μάλιστα μέσα στους τελευταίους τρεις μήνες για τις ανάγκες της παράστασης του Εθνικού Θεάτρου «Σιρανό Ντε Μπερζεράκ» είχαν μάθει να παίζουν κάποιο μουσικό όργανο. Άλλοι εντελώς από την αρχή καταφέρνοντας να φυσήξουν τρεις νότες σε μία τούμπα ή μία τρομπέτα, άλλοι χτυπώντας ένα ντραμς ή ένα ξυλόφωνο, άλλοι ξέθαψαν το παλιό τους κλαρίνο, ή το ακορντεόν που είχαν χρόνια να ακουμπήσουν, ενώ υπήρχαν και εκείνοι που είχαν εμπειρία στη μουσική. Μάλιστα θα έλεγε κανείς ότι είχαν γνώσεις που ξεπερνούσαν τις απαιτήσεις του ελληνικού θεάτρου που η αλήθεια είναι ότι δεν ζητάει και πολλά από τους ηθοποιούς του σε αυτόν τον τομέα. Επίσης όλοι πίστευαν ότι μπορούσαν να τραγουδήσουν και η αλήθεια είναι ότι με λίγη καλή προπόνηση κάποια στιγμή θα τα κατάφερναν...

Στις πρόβες τους λοιπόν έκαναν πολύ πλάκα. Μα πάρα πολύ πλάκα. Στην αρχή γέλασαν με τα χάλια τους, γρήγορα όμως ευχαριστήθηκαν με την βελτίωσή τους. Έτσι είναι άλλωστε με τα νέα παιδιά. Γουστάρουν τον χαβαλέ και ενθουσιάζονται. Και θέλουν και να τον μοιράζονται. Είπαν λοιπόν να τον μοιραστούν μαζί μας. Και δεν ήταν μόνο η μπάντα του Σιρανό που είχε όρεξη να παίξει εκτός των τειχών της Κεντρικής Σκηνής. Ήταν διάφοροι ηθοποιοί και από τις άλλες παραστάσεις του Εθνικού που θα γούσταραν κι εκείνοι να καταθέσουν τις μουσικές τους δυνατότητες. Τις λίγες ή τις πολλές, δεν έχει σημασία. Άλλωστε στον χαβαλέ όλοι οι καλοί χωράνε.


Το συζήτησαν λοιπόν με τον Διευθυντή του Εθνικού Γιάννη Χουβαρδά και του ζήτησαν να τους παραχωρήσει την αίθουσα εκδηλώσεων του Θεάτρου για μία μεταμεσονύχτια μουσική... κάτι. Μουσική βραδιά... Μουσική συνεύρεση ηθοποιών... Μουσικό πάρτι... Τζαμάρισμα... Γιατί η αλήθεια είναι ότι κανείς δεν γνωρίζει τί ήταν τελικά αυτό που παρακολουθήσαμε στις 26 Δεκεμβρίου στο Εθνικό.


Ο κύριος Χουβαρδάς όμως είχε ένα πρόβλημα. Η αίθουσα αυτή κοστολογείται. Και δεν μπορεί να ανοίγει τις πόρτες της τζάμπα. Οι Ταξιθέτες θα έκαναν υπερωρίες, οι τεχνικοί το ίδιο, το μπαρ θα ήταν ανοιχτό, θα χρειαζόντουσαν περισσότεροι security, τα φώτα θα έμεναν αναμμένα και οι εποχές είναι δύσκολες. Το μνημόνιο επιβάλει περικοπές και ο προϋπολογισμός είναι σφιχτός. Τί θα έλεγε μετά στο Διοικητικό του Συμβούλιο; Πώς θα εξηγούσε το (μικρό ομολογουμένως) κονδύλι; Δεν ήθελε όμως να χαλάσει και το χατίρι στα παιδιά!


Έτσι λοιπόν ο χαβαλές απόκτησε εισιτήριο. Χαμηλό μεν, αρκεί να βγουν τα έξοδά. Εδώ όμως υπάρχει ένα πρόβλημα. Μόλις μπει σε κάτι εισιτήριο παύει να είναι χαβαλές. Είναι επάγγελμα. Μόλις μπει εισιτήριο το προϊόν κοστολογείται και ό,τι πληρώσεις παίρνεις. Άρα θα μπορούσε λοιπόν κανείς να σκεφτεί ότι ο κύριος Χουβαρδάς όντως κοστολόγησε την παράσταση που ο ίδιος προλόγισε και κατέληξε ότι αξίζει 5 € το άτομο. Με αυτή την ανάγνωση όμως η τιμή είναι μάλλον προσβλητική για τους ηθοποιούς του Εθνικού και εμείς μάλλον θα έπρεπε να φανταστούμε τί θα επακολουθούσε, ασχέτως αν πληρώσαμε σε έναν πολύ σοβαρό κύριο στο ταμείο.


Τί κρίμα λοιπόν που ο κύριος Χουβαρδάς απλώς δεν σκέφτηκε. Δεν σκέφτηκε ότι η βραδιά θα μπορούσε να είναι ένα καραόκε πάρτι στο οποίο θα μας καλούσαν οι ηθοποιοί του Εθνικού χωρίς είσοδο και τα έξοδα θα έβγαιναν από το μπαρ. Άλλωστε αυτή ήταν και η ιδέα των παιδιών. Να είναι ένα πάρτι. Το πάρτι όμως δεν έχει είσοδο.


Τι κρίμα που ο κύριος Χουβαρδάς δεν σκέφτηκε ότι η βραδιά θα μπορούσε να είναι φιλανθρωπική. Οι ηθοποιοί του Εθνικού θα τραγουδούσαν -μέρες που είναι- π.χ. για «Το Χαμόγελο του Παιδιού». Έτσι, θα υπήρχε δικαιολογία ακόμα και για ακριβότερο εισιτήριο. Ποιος θα έλεγε δηλαδή όχι στο να δώσει 10 ή και 15 € αν θα ήταν για καλό σκοπό; Έτσι, το Εθνικό θα κρατούσε τα 5 € ανά άτομο που φαίνεται ότι -νόμος απαράβατος- επιβάλλονται όταν ανοίγει η αίθουσα εκδηλώσεων του πρώτου ορόφου και με μία επανάληψη της όλης φάσης θα συγκεντρωνόταν περίπου ένα χιλιάρικο που θα το έδιναν στον οργανισμό που θα επέλεγαν. Έτσι, θα κατάφερναν να μας έχουν και εμάς τους θεατές μαζί τους. Θα γινόμασταν ένα για το κοινό καλό και θα ήμασταν έτοιμοι να δεχθούμε και τη φαλτσαδούρα και τη βραχνάδα και τα λαθάκια και την ανεμελιά των συντελεστών χωρίς να σκεφτόμαστε ότι το Εθνικό στην πραγματικότητα μας έκλεψε 5 € και εμείς το χειροκροτήσαμε κιόλας μονολογώντας αμήχανα: «Τώρα τί ήταν αυτό που είδαμε;»


Κρίμα κύριε Χουβαρδά...